Τα άτομα με αυτοάνοσο νόσημα (ρευματολογική νόσο) μπορεί να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν λοιμώξεις ή οι λοιμώξεις τους ναι είναι πιο σοβαρές. Αυτό οφείλεται και στην ίδια τη ρευματολογική ασθένεια και στα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία αυτών των ασθενειών.
Για να γίνει κατανοητό θα απαντήσουμε αυτή την ερώτηση απλά και ίσως απλουστευτικά. Στα αυτοάνοσα νοσήματα το ανοσοποιητικό μας σύστημα (δηλαδή η άμυνα μας) αντί να κάνει μόνο τη δουλειά για την οποία είναι φτιαγμένο (δηλαδή να μας προστατεύει από μικρόβια) επιτίθεται στον εαυτό μας. Θα θεωρήσουμε ότι το ανοσοποιητικό μας σύστημα καταναλώνει πολύ ενέργεια για να προκαλέσει το νόσημα μας και δεν έχει αρκετή ενέργεια για να μας προστατεύσει πλήρως από μικρόβια, βακτήρια, ιούς.
Η ευπάθεια σε λοιμώξεις μπορεί να αφορά άτομα με κάθε ρευματολογική πάθηση.
Τα φάρμακα για ρευματολογικά νοσήματα βάζουν κάποιο φρένο στο «υπερδραστήριο» ανοσοποιητικό σύστημα μας. Αυτό το φρένο κάποιες φορές μπορεί να επιβραδύνει το ανοσοποιητικό μας σύστημα λίγο παραπάνω και έτσι η απάντηση του οργανισμού μας σε μία λοίμωξη να είναι νωθρή.
Δε φαίνεται να προκαλούν όλα τα ρευματολογικά φάρμακα το ίδιο φρενάρισμα (ανοσοκαταστολή) στο ανοσοποιητικό μας σύστημα.
Για παράδειγμα το Plaquenil μάλλον προκαλεί ελάχιστη η και καθόλου ανοσοκαταστολή. Άλλωστε χρησιμοποιείται ως αντιβιοτικό για την ελονοσία. Κάποιες πρώτες μελέτες μάλιστα στο εργαστήριο δείχνουν ότι μπορεί να αναστέλλει τη δράση του κορωνοϊού.
Η μεθοτρεξάτη, το Arava/ Lefid (Leflunomide) , το Salopyrin (σουλφασαλαζίνη), μικρές δόσεις κορτιζόνης (μέχρι 7.5 mg) ίσως προκαλούν μια μικρή ανοσοκαταστολή.
Η ανοσοκαταστολή αυτή με βάση τις γνώσεις που έχουμε, δε φαίνεται να είναι επικίνδυνη. Για παράδειγμα: ο εμβολιασμός για γρίπη και πνευμονία σε ασθενείς που λαμβάνουν τέτοιες θεραπείες είναι ικανός να δημιουργήσει επαρκή αντισώματα παρά τη μικρή πιθανή ανοσοκαταστολή από τέτοια φάρμακα. Δηλαδή το ανοσοποιητικό μας σύστημα φαίνεται να αντιδρά αρκετά καλά ενώ λαμβάνουμε αυτές τις θεραπείες. Τις περισσότερες φορές δεν τα διακόπτουμε σε περίπτωση λοίμωξης.
Οι βιολογικοί παράγοντες όμως, όπως επίσης και άλλα φάρμακα πχ το tofacitinib (Xeljanz) και το mycophenolate mofetil (Cellcept) ή οι μεγάλες δόσεις κορτιζόνης ( >15 mg) μπορεί να προκαλούν μια παραπάνω ανοσοκαταστολή. Γι αυτό άλλωστε πάντα συμβουλεύουμε τους ασθενείς να τα διακόψουν για 1 -2 βδομάδες σε περίπτωση λοίμωξης.
Είναι πιθανόν ότι σε ασθενείς με βαρεία λοίμωξη αυτό που φταίει περισσότερο δεν είναι ο ίδιος ο ιός αλλά η έντονη υπερδιέγερση που προκαλεί στο ανοσοποιητικό σύστημα. Υπ’ αυτήν την έννοια ίσως κάποια φάρμακα ρευματολογικά να αποδειχτούν χρήσιμα στη θεραπεία μερικών περιπτώσεων με κορωνοϊό.
Αυτό που έχει την πιο κρίσιμη σημασία είναι να λάβετε τα μέτρα που χρειάζονται για να μην «κολλήσετε». Μη σταματάτε τα φάρμακα σας αν αισθάνεσθε καλά. Ειδικά για την κορτιζόνη να θυμάστε ότι δεν πρέπει ποτέ να διακόπτεται απότομα όταν έχει ληφθεί για αρκετό διάστημα.
Ο κίνδυνος σταματώντας τα φάρμακα είναι ότι η νόσος σας μπορεί να κάνει κάποια έξαρση. Μία νόσος σε έξαρση σας καθιστά ίσως πιο ευαίσθητους σε λοιμώξεις. Επιπλέον, το αποτέλεσμα μιας έξαρσης θα είναι μια πιθανή αύξηση στη δόση της κορτιζόνης που θα οδηγήσει μάλλον σε παραπάνω ανοσοκαταστολή από το φάρμακο που διακόψατε.
Τέλος τα περισσότερα ρευματολογικά φάρμακα μένουν για αρκετό διάστημα στον οργανισμό μας και κάποια απ’ αυτά μπορεί να φύγουν τελείως από το σώμα μας μετά από εβδομάδες ή μήνες.
Καθημερινά μαθαίνουμε περισσότερα για τον κορωνοϊό. Προς το παρόν απλά λάβετε τα μέτρα που ακούτε στην τηλεόραση. Κυρίως μείνετε σπίτι.
Αν έχετε τη λοίμωξη με κορωνοϊό ή συμπτώματα ύποπτα για λοίμωξη με κορωνοϊό, ή όποια άλλη λοίμωξη πρέπει να επικοινωνήσετε με το γιατρό σας για συγκεκριμένες πληροφορίες ανάλογα με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων σας. Αν έχετε δύσπνοια μάλλον πρέπει να νοσηλευτείτε. Ακολουθήστε τις οδηγίες που θα ακολουθούσε κάποιος που δεν έχει ρευματολογικό νόσημα.
Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη είναι καλύτερα να αποφεύγονται για τα θεραπεία των συμπτωμάτων COVID-19 μέχρι να μάθουμε περισσότερα. Δηλαδή αν προσβληθείτε με κορωνοϊό και έχετε πυρετό ή πονόλαιμο μην πάρετε φάρμακα όπως το iburpofen, naprosyn, voltaren, indomethacin, mesulid κλπ. Προτιμήστε απλά αναλγητικά όπως η παρακεταμόλη πχ panadol, depon, lonarid. Η πιθανή θεωρία είναι ότι τα αντιφλεγμονώδη μπορεί να επιτρέπουν στον ιό -αφού αποκτηθεί- να προκαλέσει πιο σοβαρά συμπτώματα. Αυτό όμως δεν έχει αποδειχθεί και παραμένει μια πιθανή υπόθεση. Το σπουδαιότερο όλων παραμένει να μην "κολλήσετε".
Η απάντηση είναι όχι αν δεν έχετε συμπτώματα COVID-19.
Αν έχετε συμπτώματα COVID-19 επικοινωνήστε με το ιατρείο.
Αν δεν έχετε συμπτώματα COVID-19 και παίρνετε αντιφλεγμονώδη για σπονδυλοαρθρίτιδα προσπαθήστε να το πάρετε λιγότερο συχνά μόνο αν τα συμπτώματα σας το επιτρέπουν.
Αν δεν έχετε συμπτώματα COVID-19 και παίρνετε αντιφλεγμονώδη για κάποια έξαρση της νόσου σας μετά από συμβουλή του ιατρείου για 5-7 ημέρες ολοκληρώστε τη θεραπεία σας με βάση της οδηγίες που είχατε λάβει αρχικά.
Δεν μπορούμε να ξέρουμε με βεβαιότητα. Προς το παρόν μην αλλάζετε τη θεραπεία σας με κορτιζόνη διότι το νόσημα σας μπορεί να κάνει έξαρση και να χρειαστείτε εν τέλει περισσότερη κορτιζόνη.
Αν έχετε συμπτώματα COVID-19 και παίρνετε κορτιζόνη (prednisone, medrol) επικοινωνήστε με το ιατρείο.
Πρόκειται για φάρμακα που χρησιμοποιούνται για πολλά χρόνια στη θεραπεία της ελονοσίας και κάποιων άλλων λοιμώξεων. Χρησιμοποιούνται επίσης σε ρευματολογικά νοσήματα όπως ο λύκος, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, το σύνδρομο Sjogren. Το φάρμακο που κυκλοφορεί στο εμπόριο είναι η υδροξυχλωροκίνη (hydroxhchloroquine) το οποίο οι ασθενείς ξέρουν συνήθως με το εμπορικό του όνομα (Plaquenil).
Δεν ξέρουμε ακόμη. Κάποια δράση εναντίον παρόμοιων ιών (πχ SARS) είναι γνωστή για χρόνια. Στο εργαστήριο φαίνεται ότι κάποια αντι-ιϊκή δράση υπάρχει και εναντίον του νέου κορωνοίού. Επίσης, κάποια πρώτα δεδομένα δείχνουν ότι ίσως βοηθάει ασθενείς που το έχουν λάβει να έχουν ηπιότερα συμπτώματα και με μικρότερη διάρκεια. ΌΜΩΣ αυτά πρέπει να επιβεβαιωθούν σε περισσότερους ασθενείς και με αυστηρή ερευνητική μεθοδολογία. Δεν είναι λίγες οι φορές κατά τις οποίες φάρμακα δούλεψαν ενθαρρυντικά στο εργαστήριο, σε πειραματόζωα, ή σε μικρές ομάδες ασθενών και όταν μελετήθηκαν σε μεγάλες μελέτες με αυστηρά κριτήρια δε βρέθηκαν το ίδιο αποτελεσματικά. Αντιθέτως αυτό συμβαίνει αρκετά συχνά και τα φάρμακα εν τέλει δεν εγκρίνονται είτε γιατί αποδεικνύονται μη αποτελεσματικά είτε γιατί ανακαλύπτονται τοξικότητες που δεν επιτρέπουν τη χρήση τους. Επομένως προς το παρόν περιμένουμε όλοι μας να μάθουμε περισσότερα και για αυτά και για άλλα φάρμακα που δοκιμάζονται σε μεγάλες μελέτες
Όσο η πανδημία είναι σε σχετική ύφεση το ιατρείο θα λειτουργεί κανονικά με τις εξής αλλαγές:
Στη διάρκεια εξάρσεων της πανδημίας ή στην περίπτωση εθνικού η τοπικού lock-down ή όποτε κρίνει ο γιατρός το ιατρείο θα λειτουργεί σχεδόν αποκλειστικά με τηλεϊατρική
Όσο διαρκεί το lock-down λόγω κορωνοϊού είναι υποχρέωση του ιατρείου να προσφέρει στους ασθενείς μας τη δυνατότητα της τηλεϊατρικής ή του επαναπρογραμματισμού του ραντεβού τους. Το ιατρείο φροντίζει ασθενείς με σοβαρά νοσήματα οι οποίοι συχνά λαμβάνουν ισχυρά ανοσοκατασταλτικά φάρμακα. Ως εκ τούτου πιθανή λοίμωξη τους με COVID θα μπορούσε να αποβεί μοιραία.
Κατά τη διάρκεια του lock-down στο ιατρείο εξετάζονται μόνο επείγουσες περιπτώσεις ή περιστατικά στα οποία η τηλεϊατρική δεν είναι επαρκής για να λύσει το πρόβλημα του ασθενούς μας. Σ΄αυτές τις περιπτώσεις την τηλεϊατρική ακολουθεί και δια ζώσης κλινική εξέταση στο ιατρείο κατά τη διάρκεια του σαββατοκύριακου ώστε να αποφευχθεί ο συνωστισμός με ασθενείς άλλων ιατρείων του κτηρίου.
Οι ασθενείς επιβάλλεται να προσέρχονται με μάσκα, χωρίς συνοδό, θερμομετρούνται, και χρησιμοποιείται αντισηπτικό πατάκι κατά την είσοδο στο ιατρείο. Στο ιατρείο βρίσκεται μόνο ο ιατρός και ένας βοηθός του ενώ το υπόλοιπο προσωπικό δουλεύει από το σπίτι. Η νοσηλεύτρια μας προετοιμάζει τον ασθενή εικονικά μέσω οθόνης (tablet). To ιατρείο μας σύντομα θα παραλάβει robot (telepresence robot) έτσι ώστε η εξυπηρέτηση των ασθενών στη διάρκεια της πανδημίας να είναι όσο πιο ρεαλιστική και οικεία γίνεται.
Η τηλεϊατρική είναι ο κατεξοχήν τρόπος με τον οποίο παρέχεται η ιατρική φροντίδα στον προηγμένο κόσμο κατά τη διάρκεια εξάρσεων της πανδημίας.
Κατά την τηλεϊατρική επίσκεψη θα επικοινωνήσετε με το γιατρό με κάμερα και ήχο. Θα συνδεθείτε στο τηλεϊατρικό ραντεβού σας μέσω συνδέσμου που θα σας παρασχεθεί από το ιατρείο. Μπορείτε να συνδεθείτε από υπολογιστή ή tablet η κινητό. Θα σας έχει σταλεί την προηγούμενη ημέρα email με αναλυτικές οδηγίες. Αν δεν είστε εξοικειωμένος με την τεχνολογία συνεργάτης του ιατρού θα σας καλέσει στο τηλέφωνο σας για να σας καθοδηγήσει.
Το τηλεϊατρικό ραντεβού εκτυλίσσεται σε τέσσερα στάδια και θα διαρκέσει συνολικά 45-60 λεπτά αν πρόκειται για νέο ασθενή:
Κατόπιν ο γιατρός θα συζητήσει μαζί σας τυχόν εξετάσεις σας. Υπάρχει περίπτωση να ζητηθούν και άλλες εξετάσεις ή να σας ζητηθεί να έρθετε στο ιατρείο για να σας εξετάσει ο γιατρός δια ζώσης. Αν η διάγνωση σας τεθεί κατά τη διάρκεια της τηλεϊατρικής ο γιατρός θα σας εξηγήσει τη φύση της νόσου σας και την αγωγή που προτείνει.
Αυτό το ενδεχόμενο υπάρχει. Με την τηλεϊατρική ο γιατρός δε μπορεί να ακροαστεί τα πνευμόνια και την καρδιά σας, να ψηλαφίσει τις αρθρώσεις σας και να κάνει μυοσκελετικό υπέρηχο. Αν ο γιατρός θεωρήσει ότι δεν έχει επαρκή στοιχεία για να σας προτείνει διάγνωση και θεραπεία θα σας ζητήσει να προσέλθετε στο ιατρείο ώστε να ολοκληρωθεί και η φυσική εξέταση ( δείτε άλλες ερωτήσεις στην ίδια ενότητα για λεπτομέρειες) άνευ επιπλέον κόστους.